παχύδερμο

Ελληνικά

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

παχύδερμο

D'où il vient

παχύδερμο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παχύδερμος < αρχαία ελληνική παχύδερμος

nom παχύδερμο · παχύδερμα · παχύδερμου · παχύδερμων

  1. ζωολογία, συνήθως στον πληθυντικό: παχύδερμα μεγαλόσωμο θηλαστικό με παχύ (και άτριχο) δέρμα ※ Δασοφύλακες στο βόρειο Καμερούν δίνουν μάχη για να ανακόψουν την πορεία ενός κοπαδιού ελεφάντων, καθώς τα παχύδερμα περιπλανώνται στην πρωτεύουσα μιας περιφέρειας, αφού προηγουμένως ισοπέδωσαν τα γύρω χωριά, σκοτώνοντας τουλάχιστον δύο ανθρώπους. (www.kathimerini.gr, 24.05.2023)

En anglais

Parler de ce mot

Citer
MLA

"παχύδερμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παχύδερμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF

Chicago

"παχύδερμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παχύδερμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}