ミクウィン

παϊδάκι

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

παϊδάκι

由来

παϊδάκι < παΐδ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

名詞 παϊδάκι · παϊδάκια

  1. έδεσμα που παρασκευάζεται από τα πλευρά του θώρακα του ζώου τα οποία είναι τεμαχισμένα εγκάρσια, κατά μήκος του διάκενου μεταξύ των οστών, ώστε στο κάθε οστό να αντιστοιχεί κι από ένα καμμάτι (παϊδάκι) ψήσαμε αρνίσια παϊδάκια στα κάρβουνα

英語で

この単語について話す

引用する
MLA

"παϊδάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8A%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παϊδάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8A%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"παϊδάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8A%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παϊδάκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8A%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}