παύλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παύλα

  • ˈpa.vla

Where it comes from

παύλα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παῦλα (σταμάτημα) < παύω. Συγκρίνετε με το παύση

noun παύλα · παύλες · παύλας · παυλών

  1. σημείο στίξης για να δείξει ότι ξεκινάει να μιλάει άλλος ομιλητής, συνήθως και με αλλαγή παραγράφου σύμβολο: — διαφορετικό από το ενωτικό -
  2. σημείο στίξης, όταν ακολουθεί δεύτερη παύλα στο τέλος της φράσης κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα
  3. προγραμματισμός: κανονικές εκφράσεις μεταχαρακτήρας που δηλώνει διάστημα σε ακολουθία αλφαβητικών ή αριθμητικών χαρακτήρων σε μια κλάση χαρακτήρων στη δήλωση της κλάσης χαρακτήρων αντί να γραφτούν ένα ένα όλα τα γράμματα της αλφαβήτου μπορεί να γραφτεί [a-z] χρησιμοποιώντας την παύλα ( - )
  4. familiar, general, γενικότερα, προφορικό κάθε τυπογραφικό οριζόντιο σημάδι που μοιάζει με παύλα

In English

  • dash typographic symbol
  • en dash typographical symbol –

Talk about this word

Cite this
MLA

"παύλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παύλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1

Chicago

"παύλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παύλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}