παύλα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παύλα
- ˈpa.vla
Where it comes from
παύλα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παῦλα (σταμάτημα) < παύω. Συγκρίνετε με το παύση
noun παύλα · παύλες · παύλας · παυλών
- για να δείξει ότι ξεκινάει να μιλάει άλλος ομιλητής, συνήθως και με αλλαγή παραγράφου σύμβολο: — διαφορετικό από το ενωτικό -
- κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα
- μεταχαρακτήρας που δηλώνει διάστημα σε ακολουθία αλφαβητικών ή αριθμητικών χαρακτήρων σε μια κλάση χαρακτήρων στη δήλωση της κλάσης χαρακτήρων αντί να γραφτούν ένα ένα όλα τα γράμματα της αλφαβήτου μπορεί να γραφτεί [a-z] χρησιμοποιώντας την παύλα ( - )
- κάθε τυπογραφικό οριζόντιο σημάδι που μοιάζει με παύλα
In English
Talk about this word "παύλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. παύλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1 "παύλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παύλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}