πείθω
Ελληνικά
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
πείθω
यह कहाँ से आया
πείθω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πείθω < πρωτοελληνική *péitʰō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰéydʰeti < *bʰeydʰ- (πιστεύω, εμπιστεύομαι)
क्रिया πείθω · έπειθα · πείσω · έπεισα · πείθομαι · πεισμένος
- κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη, να ακολουθήσει τη γνώμη κάποιου άλλου ή γενικά τον παροτρύνω αποτελεσματικά να προβεί σε μια ενέργεια που αρχικά τον έβρισκε αντίθετο ή αδιάφορο, του αλλάζω γνώμη με επιχειρήματα ή με την άσκηση εντονότερης πίεσης, αλλά όχι με τη χρήση ωμής βίας
अंग्रेज़ी में
इस शब्द पर बात करें "πείθω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CE%B8%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. πείθω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CE%B8%CF%89 "πείθω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CE%B8%CF%89.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {πείθω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CE%B8%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}