πείραμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πείραμα

Where it comes from

πείραμα < μεσαιωνική ελληνική πείραμα < αρχαία ελληνική πειρῶμαι

noun πείραμα · πειράματα · πειράματος · πειραμάτων

  1. η παρατήρηση ενός φαινομένου κατά τις κατάλληλες συνθήκες οι οποίες μπορούν να ξαναδημιουργηθούν, με σκοπό τον έλεγχο μιας επιστημονικής θεωρίας
  2. η δοκιμή μιας μεθόδου ή μιας προσέγγισης για να διαπιστωθεί αν είναι κατάλληλη για μια ορισμένη χρήση
  3. η εφαρμογή ενός σχεδίου που δεν έχει δοκιμαστεί, με την ελπίδα ότι θα επιτύχει

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πείραμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πείραμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1

Chicago

"πείραμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πείραμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}