πεδίο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πεδίο

Where it comes from

πεδίο < αρχαία ελληνική πεδίον < πέδον

noun πεδίο · πεδία · πεδίου · πεδίων

  1. η επίπεδη έκταση, πεδιάδα
  2. broadly, κατ’ επέκταση ο χώρος όπου συμβαίνει κάτι ένα ευρύ πεδίο δράσης
  3. φυσική ο χώρος μέσα στον οποίο ασκούνται κάποιες δυνάμεις το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο
  4. πληροφορική η θέση (οθόνη, μνήμη, κλπ) για καταχώριση, αποθήκευση δεδομένων
  5. βάσεις δεδομένων το καθένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας εγγραφής. Η τομή μιας γραμμής (row) και μιας στήλης (column) ενός πίνακα καταγραφή των μαθητών ενός σχολείου με τρία βασικά πεδία: ονοματεπώνυμο, βαθμός προαγωγής, διαγωγή
  6. το τμήμα του συνόλου που μπορούμε να δούμε με βοήθεια οπτικών οργάνων όπως το μικροσκόπιο, το τηλεσκόπιο κλπ (οπτικό πεδίο) ※ Μικροσκόπηση σε σκοτεινό πεδίο, με την οποία γίνονται ορατές οι σπειροχαίτες (Άγγελος Π. Αγγελόπουλος, Νίκος Δ. Σπυρόπουλος Διαγνωστική του στόματος, εκδ. Λίτσας, 1988, σελ. 343)

In English

  • field physics: region affected by a particular force
  • plain an expanse of land with relatively low relief

Talk about this word

Cite this
MLA

"πεδίο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πεδίο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CE%BF

Chicago

"πεδίο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πεδίο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}