πεδίο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πεδίο
Where it comes from
πεδίο < αρχαία ελληνική πεδίον < πέδον
noun πεδίο · πεδία · πεδίου · πεδίων
- η επίπεδη έκταση, πεδιάδα
- ο χώρος όπου συμβαίνει κάτι ένα ευρύ πεδίο δράσης
- ο χώρος μέσα στον οποίο ασκούνται κάποιες δυνάμεις το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο
- η θέση (οθόνη, μνήμη, κλπ) για καταχώριση, αποθήκευση δεδομένων
- το καθένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας εγγραφής. Η τομή μιας γραμμής (row) και μιας στήλης (column) ενός πίνακα καταγραφή των μαθητών ενός σχολείου με τρία βασικά πεδία: ονοματεπώνυμο, βαθμός προαγωγής, διαγωγή
- το τμήμα του συνόλου που μπορούμε να δούμε με βοήθεια οπτικών οργάνων όπως το μικροσκόπιο, το τηλεσκόπιο κλπ (οπτικό πεδίο) ※ Μικροσκόπηση σε σκοτεινό πεδίο, με την οποία γίνονται ορατές οι σπειροχαίτες (Άγγελος Π. Αγγελόπουλος, Νίκος Δ. Σπυρόπουλος Διαγνωστική του στόματος, εκδ. Λίτσας, 1988, σελ. 343)
In English
Talk about this word "πεδίο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. πεδίο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CE%BF "πεδίο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πεδίο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}