πεζοδρόμιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πεζοδρόμιο
- pe.zoˈðro.mi.o
Where it comes from
πεζοδρόμιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πεζοδρόμιον ήδη από το 1865 < πεζο- + δρόμ(ος) -ιον > -ιο, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Fussgängerweg Διαφορετικό το μεσαιωνικό πεζοδρόμιον.
:* για τη μεταφορική σημασία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική trottoir
noun πεζοδρόμιο · πεζοδρόμια · πεζοδρομίου · πεζοδρόμιου · πεζοδρομίων
- η υπερυψωμένη και στρωμένη (με πλακάκια ή τσιμέντο ή άλλο υλικό) επιφάνεια στο πλάι ενός δρόμου που προορίζεται για τους πεζούς ※ Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σ
- η πορνεία
In English
- sidewalk paved footpath
Talk about this word "πεζοδρόμιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. πεζοδρόμιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF "πεζοδρόμιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πεζοδρόμιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}