πεζούλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πεζούλα¹

Where it comes from

πεζούλα < πεζούλι + κατάληξη μεγεθυντικού -α

noun πεζούλα · πεζούλες · πεζούλας

  1. η αναβαθμίδα, κατασκευή τοίχου από ξερολιθιά που συγκρατεί το χώμα σε πλαγιές που καλλιεργούνται, καθώς και η όλη οριζόντια διαμόρφωση ※ Οι κυριότεροι παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση του κόστους παραγωγής είναι ο τεμαχισμός του κλήρου, το δύσβατο των περιοχών, το υψηλό κόστος μεταφοράς των απαραίτητων γεωργικών μηχανημάτων, οι υψηλές τιμές των φυτοπροστατευτικών ουσιών καθώς και η διατήρηση του παραδοσιακού τρόπου καλλιέργεια
  2. πεζούλι

Πεζούλα²

Where it comes from

Πεζούλα < γενική ενικού του αρσενικού Πεζούλας

proper noun Πεζούλα · Πεζούλας · Pezoula

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • terrace (agriculture) raised, flat-topped bank of earth with sloping sides

Talk about this word

Cite this
MLA

"πεζούλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πεζούλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1

Chicago

"πεζούλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πεζούλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}