πεθαμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πεθαμένος
- pe.θaˈme.nos
Where it comes from
πεθαμένος: (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πεθαμένος, μετοχή, επιθετικοποιημένη μετοχή και ουσιαστικοποιημένη μετοχή
verb πεθαμένος · πεθαμένη · πεθαμένο · πεθαμένου · πεθαμένης
- που έχει πεθάνει (ως μετοχή) Ήρθα πεθαμένος από την κούραση και θέλω να ξαπλώσω.
- υπερβολικά κουρασμένος Είμαι πεθαμένη απ' τη δουλειά σήμερα. Έκανα φασίνα όλο το σπίτι.
-
χαμένος, χωρίς μέλλον ή ελπίδα
※ 20ός αιώνας, Μανόλης Αναγνωστάκης, 1925-2005, Κάθε πρωί…, από την ποιητική συλλογή Η συνέχεια, στίχ. 8 (5-8) @greek-language.gr
Similar: σβησμένος
- άτονος, χωρίς ζωντάνια ※ 20ός αιώνας, Μίλτος Σαχτούρης, 1919-2005, Η πηγή, από την ποιητική συλλογή Όταν σας μιλώ [1956], στίχ. 1 (1-3) @greek-language.gr
Similar: νεκρός, αποθαμένος, λογοτεχνικό, μακαρίτης, ποθαμένος, συγχωρεμένος, συχωρεμένος, αείμνηστος, αλήστου μνήμης, αποβιώσας, αποδημήσας, αποθανών, εκδημήσας, εκλιπτών, θανών, μεταστάς, τεθνεώς, αξιομακάριστος, κεκοιμημένος, μακαριστός, ''εκκλησιαστικά'' · Opposite: ζωντανός
Thesaurus
verb
Similar: νεκρός, αποθαμένος, λογοτεχνικό, μακαρίτης, ποθαμένος, συγχωρεμένος, συχωρεμένος, αείμνηστος, αλήστου μνήμης, αποβιώσας, αποδημήσας, αποθανών, εκδημήσας, εκλιπτών, θανών, μεταστάς, τεθνεώς, αξιομακάριστος, κεκοιμημένος, μακαριστός, ''εκκλησιαστικά'' · Opposite: ζωντανός
In English
- dead no longer alive
Talk about this word "πεθαμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πεθαμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "πεθαμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πεθαμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}