πειθαρχικός
Ελληνικά · Sinonimi e contrari
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
πειθαρχικός
Da dove viene
πειθαρχικός < αρχαία ελληνική πειθαρχικός
aggettivo πειθαρχικός · πειθαρχική · πειθαρχικό · πειθαρχικού · πειθαρχικής
- που έχει σχέση με την πειθαρχία ή αναφέρεται σ' αυτή ※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
- πειθαρχικό: συμβούλιο, όργανο ή σώμα, που τα μέλη του επιβάλλουν ποινές
sostantivo πειθαρχικός · πειθαρχική · πειθαρχικό · πειθαρχικού · πειθαρχικής
- πειθαρχημένος, υπάκουος
Contrario: απείθαρχος
Sinonimi e contrari
sostantivo
Contrario: απείθαρχος
Parla di questa parola "πειθαρχικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πειθαρχικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "πειθαρχικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {πειθαρχικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}