πειράζω

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

πειράζω

Откуда оно

πειράζω < αρχαία ελληνική πειράζω < πεῖρα

глагол πειράζω

  1. ενοχλώ
  2. ακουμπώ και μετακινώ ή αλλάζω ελαφρά τη θέση
  3. αστεΐζομαι, περιπαίζω, χωρατεύω
  4. βλάπτω, κάνω κακό ※ «Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκεινού θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!» (Κωνστ
  5. figuratively, μεταφορικά κάνω μετατροπές, προσθήκες ή μικροαλλαγές, αλλάζω κάτι, ειδικά σε συσκευές ή μηχανές Έχει πειράξει την εξάτμιση για να έχει καλύτερη απόδοση, αλλά κάνει πιο πολύ φασαρία τώρα.

По-английски

  • badger pester
  • jest to tell a joke
  • fuss to fiddle; fidget; wiggle, or adjust; to worry something
  • annoy to disturb or irritate
  • quip to make a quip
  • tease to poke fun at
  • rib to tease

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"πειράζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πειράζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"πειράζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πειράζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}