πειράζω
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
πειράζω
Откуда оно
πειράζω < αρχαία ελληνική πειράζω < πεῖρα
глагол πειράζω
- ενοχλώ
- ακουμπώ και μετακινώ ή αλλάζω ελαφρά τη θέση
- αστεΐζομαι, περιπαίζω, χωρατεύω
- βλάπτω, κάνω κακό ※ «Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκεινού θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!» (Κωνστ
- κάνω μετατροπές, προσθήκες ή μικροαλλαγές, αλλάζω κάτι, ειδικά σε συσκευές ή μηχανές Έχει πειράξει την εξάτμιση για να έχει καλύτερη απόδοση, αλλά κάνει πιο πολύ φασαρία τώρα.
По-английски
Обсудить это слово "πειράζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. πειράζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89 "πειράζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {πειράζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}