Μίκουιν

πειραματιστής

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

πειραματιστής

Από πού έρχεται

πειραματιστής < πειραματίζομαι + -τής ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική experimentalist ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική expérimentateur)

ουσιαστικό πειραματιστής · πειραματιστές · πειραματιστή · πειραματιστών

  1. κάποιος που πειραματίζεται
  2. κάποιος που διενεργεί πειράματα

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"πειραματιστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πειραματιστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"πειραματιστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πειραματιστής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}