πειρατής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πειρατής

  • pi.ɾaˈtis

Where it comes from

πειρατής < ελληνιστική κοινή πειρατής < αρχαία ελληνική πειράω < πεῖρα < πρωτοελληνική *peřřa < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pér-ih₂ / *pr̥-yéh₂s < *per- (προσπαθώ, ρισκάρω)

::(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pirate ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pirate

noun πειρατής · πειρατές · πειρατή · πειρατών

  1. ναυτικός όρος αυτός που συμμετέχει στο πλήρωμα πλοίου το οποίο επιτίθεται σε άλλα, για να αρπάξει το φορτίο τους
  2. figuratively, μεταφορικά ο οδηγός ταξί χωρίς άδεια
  3. figuratively, μεταφορικά ο ραδιοπειρατής
  4. figuratively, μεταφορικά αυτός που αντιγράφει ή διακινεί παράνομα λογισμικό ή ψηφιακό υλικό (ταινίες, μουσική κ.λπ.)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πειρατής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πειρατής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"πειρατής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πειρατής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}