πεισματάρης

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

πεισματάρης

  • pizmaˈtaɾis

De unde vine

πεισματάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πεισματάρης. Συγχρονικά αναλύεται σε πείσμα, πεισματ- + -άρης

adjectiv πεισματάρης · πεισματάρα · πεισματάρικο · πεισματάρη · πεισματάρας · πεισματάρικου

  1. που δεν αλλάζει γνώμη εύκολα και εμμένει στις αποφάσεις του παρά τα λογικά επιχειρήματα που επικαλούνται οι άλλοι, ο πείσμων, ο ξεροκέφαλος ※ τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978

Asemănătoare: ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος, στραβοκέφαλος

Sinonime și antonime

În engleză

  • stubborn refusing to move or change one's opinion
  • tenacious unwilling to yield from a point of view etc; dogged

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"πεισματάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πεισματάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"πεισματάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πεισματάρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}