πελάτης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πελάτης
- peˈla.tis
Where it comes from
πελάτης < αρχαία ελληνική πελάτης < πελάζω < πέλας < πρωτοελληνική *pélas < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pélh₂-s < *pelh₂- (πλησιάζω)
noun πελάτης · πελάτες · πελάτη · πελατών
- απόγονος απελευθέντων δούλων ή ξένοι που κατοικούσαν μόνιμα στην αρχαία Ρώμη
- ο εξυπηρετούμενος, ο αγοραστής που επισκέπτεται ένα κατάστημα ή έναν ελεύθερο επαγγελματία για να αγοράσει αγαθά ή υπηρεσίες
- αυτός που συχνάζει σε ένα κατάστημα
-
πρόγραμμα-πελάτης, υπολογιστής-πελάτης: ο υπολογιστής ή το πρόγραμμα που επικοινωνεί με έναν εξυπηρετητή (server), για να αντλήσει δεδομένα. Το ποιο γνωστό σε όλους πρόγραμμα πελάτης είναι ο φυλλομετρητής (web browser)
υπερώνυμα: (αρχιτεκτονική) πελάτης-εξυπηρετητής
Opposite: εξυπηρετητής, διακομιστής, σέρβερ
In English
Talk about this word "πελάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πελάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82 "πελάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πελάτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}