πελάτης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πελάτης

  • peˈla.tis

Where it comes from

πελάτης < αρχαία ελληνική πελάτης < πελάζω < πέλας < πρωτοελληνική *pélas < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pélh₂-s < *pelh₂- (πλησιάζω)

noun πελάτης · πελάτες · πελάτη · πελατών

  1. απόγονος απελευθέντων δούλων ή ξένοι που κατοικούσαν μόνιμα στην αρχαία Ρώμη
  2. ο εξυπηρετούμενος, ο αγοραστής που επισκέπτεται ένα κατάστημα ή έναν ελεύθερο επαγγελματία για να αγοράσει αγαθά ή υπηρεσίες
  3. αυτός που συχνάζει σε ένα κατάστημα
  4. πληροφορική πρόγραμμα-πελάτης, υπολογιστής-πελάτης: ο υπολογιστής ή το πρόγραμμα που επικοινωνεί με έναν εξυπηρετητή (server), για να αντλήσει δεδομένα. Το ποιο γνωστό σε όλους πρόγραμμα πελάτης είναι ο φυλλομετρητής (web browser) υπερώνυμα: (αρχιτεκτονική) πελάτης-εξυπηρετητής

    Opposite: εξυπηρετητής, διακομιστής, σέρβερ

In English

  • guest patron, customer
  • client a customer or receiver of services
  • customer one who purchases or receives a product or service

Talk about this word

Cite this
MLA

"πελάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πελάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"πελάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πελάτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}