πελεκάνος

Ελληνικά · Sinônimos e antônimos

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

πελεκάνος¹

  • pe.leˈka.nos

De onde vem

πελεκάνος < (ελληνιστική κοινή) πελεκᾶνος < λατινικά pelecanus < αρχαία ελληνική πελεκάν < πελεκ- του πέλεκυς (εξαιτίας του ράμφους που κόβει σαν πέλεκυς)

# πελεκάνος < αρχαία ελληνική πελεκᾶς

# πελεκάνος < πελεκώ + -άνος

substantivo πελεκάνος · πελεκάνοι · πελεκάνου · πελεκάνων · πελεκάνο · πελεκάνους

  1. πτηνό μεγαλόσωμο πτηνό με λευκό ή ρόδινο φτέρωμα κι ένα χαρακτηριστικά μεγάλο και διασταλτό σάκο κάτω από το ράμφος του όπου αποθηκεύει τη λεία του. Τρέφεται με ψάρια στους υδροβιότοπους που ζει και, παρά το αδέξιο βάδισμά του, έχει εξαιρετικές ικανότητες στην κολύμβηση
  2. vulgar, πτηνό, λαϊκότροπο δρυοκολάπτης
  3. idiomatic, vulgar, ιδιωματικό, λαϊκότροπο, επάγγελμα που δουλεύει το ξύλο αλλά κυρίως την πέτρα, μέλος μπουλουκιού ( μαστόρικου συνεργείου) ή ανεξάρτητος ※ Όποιος Σαρ.(ακατσάνος) ξέρει να πελεκάει το ξύλο - είναι καλός τεχνίτης πελεκάνος - φτιάνει καλύτερη φλογέρα, ἀπὸ ἐλιά, κουμαριά, ἔλατο, δρῦ, ὀξυά ... ξύλο καὶ δὲν μπορεῖ ν' ἀγοράσει μιὰ ξύλινη φλογέρα. (Αγγελική Χατζημιχάλη, Σαρακατσάνοι, τόμος 1, τεύχος 2, 1957, σελ. 148)

    Parecidas: ξυλουργός, λιθοξόος

Πελεκάνος²

De onde vem

Πελεκάνος < πελεκάνος

nome próprio Πελεκάνος · Πελεκάνοι · Πελεκάνου · Πελεκάνων · Πελεκάνο · Πελεκάνους

  1. ανδρικό επώνυμο

Em inglês

  • pelican any of various seabirds of the family Pelecanidae

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"πελεκάνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πελεκάνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"πελεκάνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πελεκάνος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}