πεποίθηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πεποίθηση
- peˈpi.θi.si
Where it comes from
πεποίθηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεποίθησις < αρχαία ελληνική πείθω (παρακείμενος μ.φ. πέποιθα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰeydʰ- (εμπιστεύομαι)
noun πεποίθηση · πεποιθήσεις · πεποίθησης · πεποιθήσεων
- βεβαιότητα
- εμπιστοσύνη
- πεποιθήσεις: αρχές, αξίες, ιδεολογία, άποψη, γνώμη ※ Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμ
In English
- certitude sureness, certainty
- conviction firmly held belief
Talk about this word "πεποίθηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. πεποίθηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7 "πεποίθηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πεποίθηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}