περήφανος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περήφανος¹

Where it comes from

περήφανος < αρχαία ελληνική ὑπερήφανος

adjective περήφανος · περήφανη · περήφανο · περήφανου · περήφανης

  1. που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια ή έχει ένα αυξημένο συναίσθημα αξιοπρέπειας, ώστε δεν επιτρέπει να τον υποτιμούν και να τον μειώνουν είναι πολύ περήφανος για να δεχτεί ελεημοσύνη
  2. που έχει μεγαλοπρέπεια στην εμφάνιση και στη στάση έχει περήφανο παράστημα
  3. που νιώθει ένα συναίσθημα ικανοποίησης και χαράς για κάτι που απέκτησε ή που κατάφερε να κάνει, να δημιουργήσει είναι περήφανη για την τελευταία δουλειά της
  4. που η στάση και συμπεριφορά του δείχνουν μια υπερβολική αυτοεκτίμηση κι ένα ματαιόδοξο συναίσθημα ανωτερότητας έναντι των άλλων, ο υπερφίαλος, ο αλαζόνας, ο φαντασμένος

Περήφανος²

Where it comes from

Περήφανος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Περήφανος · Περήφανου · Perifanos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • proud gratified, feeling honoured, feeling satisfied

Talk about this word

Cite this
MLA

"περήφανος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περήφανος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"περήφανος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περήφανος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}