περίαπτο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περίαπτο

Where it comes from

περίαπτο < αρχαία ελληνική περίαπτον, ουδέτερο του περίαπτος < περί + ἅπτω

noun περίαπτο · περίαπτα · περίαπτου · περιάπτου · περίαπτων · περιάπτων

  1. αντικείμενο που θεωρείται πως έχει μαγικές και αποτροπαϊκές ικανότητες Δεν είναι η πρώτη φορά που το Αρχαιολογικό Συμβούλιο εξετάζει υποθέσεις για παράδοση αρχαιοτήτων και την καταβολή αμοιβής. H προχθεσινή, πάντως, είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι το εύρημα ήταν πραγματικά μοναδικό. Ένα εντυπωσιακό χρυσό περίαπτο, από αυτά που σπανίζουν στον ελλαδικό χώρο, το οποίο βρέ

Similar: φυλαχτό

Thesaurus

noun

Similar: φυλαχτό

Talk about this word

Cite this
MLA

"περίαπτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%80%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περίαπτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%80%CF%84%CE%BF

Chicago

"περίαπτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%80%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περίαπτο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%80%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}