περίοδος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περίοδος
- peˈɾi.o.ðos
Where it comes from
περίοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περίοδος < περί- + ὁδός
noun περίοδος · περίοδοι · περιόδου · περιόδων · περίοδο · περιόδους
- διάστημα χρόνου με ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ※ Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (
- η έμμηνος ρύση, αδιαθεσία, βλέπε εμμηνόρροια
- το τμήμα ενός κειμένου ανάμεσα σε δύο τελείες
- το χρονικό διάστημα που απαιτείται για να ολοκληρωθεί μία πλήρης ταλάντωση
- μία σειρά στον περιοδικό πίνακα των στοιχείων.
- σύνολο διαδοχικών μουσικών φράσεων που δημιουργούν ολοκληρωμένη μουσική εντύπωση
In English
- spell indefinite period of time
- era time period
- interval period of time
- period interval of time
- menstruation periodic discharging of the menses
Talk about this word "περίοδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. περίοδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82 "περίοδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περίοδος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}