περαστικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περαστικός
- pe.ɾa.stiˈkos
Where it comes from
περαστικός < (περνάω / περνώ) θέμα περασ- + -τικός
:* και (ουσιαστικοποιημένο)
adjective περαστικός · περαστική · περαστικό
-
που διέρχεται από κάποιο σημείο, που περνάει δίπλα από κάποιο σημείο
※ η άλλοτε οικία Τσίλλερ θνήσκει στο κέντρο της Αθήνας με τους περαστικούς να παρακολουθούν άναυδοι την κατάρρευσή της.
Similar: διερχόμενος
- που είναι μικρής διάρκειας, που διαρκεί λίγο
noun περαστικός
- άτομο που είναι περαστικό ακούστηκε ένα μπαμ και όλοι οι περαστικοί τρέξανε να δούνε τι έγινε
Talk about this word "περαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. περαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "περαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περαστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}