περαστικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περαστικός

  • pe.ɾa.stiˈkos

Where it comes from

περαστικός < (περνάω / περνώ) θέμα περασ- + -τικός

:* και (ουσιαστικοποιημένο)

adjective περαστικός · περαστική · περαστικό

  1. που διέρχεται από κάποιο σημείο, που περνάει δίπλα από κάποιο σημείο ※ η άλλοτε οικία Τσίλλερ θνήσκει στο κέντρο της Αθήνας με τους περαστικούς να παρακολουθούν άναυδοι την κατάρρευσή της.

    Similar: διερχόμενος

  2. που είναι μικρής διάρκειας, που διαρκεί λίγο

    Similar: εφήμερος, παροδικός

noun περαστικός

  1. άτομο που είναι περαστικό ακούστηκε ένα μπαμ και όλοι οι περαστικοί τρέξανε να δούνε τι έγινε

Talk about this word

Cite this
MLA

"περαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"περαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περαστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}