ミクウィン

περιήλιο

Ελληνικά · 類義語・対義語

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

περιήλιο

  • pe.ɾiˈi.li.o

由来

περιήλιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα περιήλιον (μαρτυρείται από το 1825) < (λόγιο δάνειο) νεολατινική perihelium < αρχαία ελληνική περι- + ἥλιος, όπως από τη γαλλική périhélie ή την αγγλική perihelion.

: Παλιότερα, και ως επίθετο «περιήλιος, -ος, -ον» (1897) < λόγιο δάνειο από τη γαλλική circumsolaire.

名詞 περιήλιο · περιήλια · περιηλίου · περιήλιου · περιηλίων

  1. αστρονομία το σημείο της τροχιάς ενός σώματος γύρω από τον ήλιο, που βρίσκεται κοντύτερα σε αυτόν ※ Ο κομήτης φτάνει στο περιήλιο την Πέμπτη, η στιγμή εκείνη στην 6,5 ετών τροχιά του, που θα είναι πιο κοντά στον Ήλιο. … αναδεικνύει τις συναρπαστικές στιγμές που βιώνουμε στον κομήτη σε αυτή την ‘καυτή’ φάση του περιήλιου.

反対語: αφήλιο

類義語・対義語

名詞

反対語: αφήλιο

英語で

  • perihelion point in the elliptical orbit of a comet, planet, etc., where it is nearest to t

この単語について話す

引用する
MLA

"περιήλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιήλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF

Chicago

"περιήλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιήλιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}