περιαγωγή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περιαγωγή

Where it comes from

περιαγωγή < περί + αγωγή < αρχαία ελληνική ἄγω ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) roaming)

noun περιαγωγή · περιαγωγές · περιαγωγής · περιαγωγών

  1. neologism, τηλεπικοινωνίες, νεολογισμός η δυνατότητα ενός συστήματος ασύρματης σύνδεσης σε ένα δίκτυο (π.χ. τηλεπικοινωνιών) να λειτουργήσει, ακόμα κι όταν βγούμε έξω από την εμβέλειά του, συνδεόμενοι σ' ένα διαφορετικό σύστημα (π.χ. στο εξωτερικό) Η υπηρεσία διεθνούς περιαγωγής (International Roaming) σας παρέχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιείτε το κινητό σας τηλέφωνο ενώ βρίσκεστε στο εξωτερικό. Όταν βρίσκεστε στο εξωτερικό, μπορείτε, μέσω της διεθνούς περιαγωγής, να κάνετε χρήση όλων των υπηρεσιών που είναι διαθέσιμες στην Ελλάδα (π.χ. κλήσε

In English

  • roaming using a cell phone outside of its original registering zone

Talk about this word

Cite this
MLA

"περιαγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιαγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE

Chicago

"περιαγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιαγωγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}