περιδιαβάζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περιδιαβάζω

  • pe.ɾi.ðʝaˈva.zo

Where it comes from

περιδιαβάζω < (παρετυμολογία) μεσαιωνική ελληνική παραδιαβάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + διαβάζω

verb περιδιαβάζω · περιδιάβαζα · θα περιδιαβάζω · να περιδιαβάζω · περιδιαβάζοντας

  1. περπατώ τριγύρω άσκοπα ※ Άρχισα να περιδιαβάζω εδώ κι εκεί στο μαγειριά, μυρίζοντας ένα κασόνι, σκαλίζοντας με τη μύτη μου άλλο ζεμπίλι, γλείφοντας κάπου - κάπου κανέναν κεσέ που μύριζε φαγί. (Πηνελόπη Δέλτα, Μάγκας, κεφάλαιο Ε, 1937)
  2. figuratively, μεταφορικά ασχολούμαι γενικά με κάτι, χωρίς να σκοπεύω σε εμβάθυνση ή εκτεταμένη διερεύνηση

Talk about this word

Cite this
MLA

"περιδιαβάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιδιαβάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"περιδιαβάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιδιαβάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}