米克温

περιοδικός

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

περιοδικός

  • pe.ɾi.o.ðiˈkos

它从哪里来

περιοδικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιοδικός Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + οδ(ός) + -ικός

形容词 περιοδικός · περιοδική · περιοδικό · περιοδικού · περιοδικής

  1. που επαναλαμβάνεται περιοδικά, κατά τακτά χρονικά διαστήματα
  2. μαθηματικά ο δεκαδικός αριθμός που τα ψηφία του επαναλαμβάνονται στο άπειρο, όπως ο 1/3 = 0,333... δείτε επίσης: Περιοδικός αριθμός στη Βικιπαίδεια

    相近词: επαναλαμβανόμενος

反义词: απεριοδικός

同义词与反义词

形容词

反义词: απεριοδικός

英语

  • recurring math:having a set of digits that is repeated indefinitely
  • periodic relative to a period or periods

讨论这个词

引用
MLA

"περιοδικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιοδικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"περιοδικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιοδικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}