περιπατητικός
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
περιπατητικός
- pe.ri.pa.ti.tiˈkos
De unde vine
περιπατητικός < ελληνιστική κοινή περιπατητικός < περιπατητής < αρχαία ελληνική περιπατέω / περιπατῶ
adjectiv περιπατητικός · περιπατητική · περιπατητικό · περιπατητικού · περιπατητικής
- που έχει σχέση με περίπατο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
- που του αρέσει ο περίπατος, να περπατά
- για ασθενή που κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του δεν μένει στο νοσοκομείο αλλά πηγαινοέρχεται ※ Υπηρεσίες περιπατητικής φροντίδας: Υπηρεσίες εξωνοσοκομειακής και εξειδικευμένης φροντίδας υγείας που παρέχονται στους λήπτες υπηρεσιών υγείας από τα Κέντρα Υγείας. (*)
-
που έχει σχέση με τη σχολή του Αριστοτέλη, τον Περίπατο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
Asemănătoare: αριστοτελικός
- περιπατητικοί
În engleză
- ambulatory of, relating to, or adapted to walking
- peripatetic walking about; itinerant
Discută despre acest cuvânt "περιπατητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. περιπατητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "περιπατητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {περιπατητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}