περιπλάνηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περιπλάνηση
- pe.ɾiˈpla.ni.si
Where it comes from
περιπλάνηση < ελληνιστική κοινή περιπλάνησις < αρχαία ελληνική περιπλανάομαι / περιπλανῶμαι < περί + πλανάομαι / πλανῶμαι
noun περιπλάνηση · περιπλανήσεις · περιπλάνησης · περιπλανήσεων
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιπλανιέμαι ※ Μετά από λίγη ώρα, οι αστυνομικοί εντόπισαν σώα και αβλαβή την 4χρονη… «κοπανατζού» σε ένα κοντινό καφενείο όπου είχε φτάσει κατά την διάρκεια της περιπλάνησής της. (Τετράχρονη το έσκασε από το σπίτι και περιπλανήθηκε στο Ηράκλειο, reporter.com.cy, 5/9/2024 https://www.reporter.com.cy/article/1316
In English
- wanderlust strong impulse or longing to travel
Talk about this word "περιπλάνηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. περιπλάνηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7 "περιπλάνηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περιπλάνηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}