περισκελίδα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περισκελίδα

Where it comes from

περισκελίδα < αρχαία ελληνική περισκελίς < περί + σκέλος

noun περισκελίδα · περισκελίδες · περισκελίδας · περισκελίδων

  1. formal, λόγιο ένα είδος παντελονιού, ένα ένδυμα που καλύπτει την οσφύ και μέρος από τα σκέλη μέχρι το γόνατο ※ μου δίνει μια μπλε μεγάλη παντελονάρα ἀγγαρείας, βγάλε τήν περισκελίδα καί τό σώβρακό σου γιά νά στεγνώσουν καί φόρεσε αὐτό. Βγάζοντας τά βρεγμένα ὅλα ἀνακουφίστηκα. (Βασίλης Ιωακειμίδης, 20.000 μέρες, εκδ. Εξάντας, 1983, σελ. 49)

Talk about this word

Cite this
MLA

"περισκελίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περισκελίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"περισκελίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περισκελίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}