ميكوين

περισπούδαστος

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

περισπούδαστος

من أين أتت

περισπούδαστος < αρχαία ελληνική περισπούδαστος

صفة περισπούδαστος · περισπούδαστη · περισπούδαστο · περισπούδαστου · περισπούδαστης

  1. formal, λόγιο που έχει γίνει κατόπιν μελέτης ενός θέματος κι εμβάθυνσης σ’ αυτό
  2. ironic, ειρωνικό σπουδαιοφανής

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"περισπούδαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περισπούδαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"περισπούδαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περισπούδαστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}