περιστασιακά
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
περιστασιακά
מאיפה זה בא
περιστασιακά < περιστασιακός
תואר הפועל περιστασιακά
- σε ορισμένες περιστάσεις ※ Η αυτοψηλάφηση μπορεί να γίνει μηνιαία ή περιστασιακά και έχει σκοπό να μάθει η γυναίκα να γνωρίζει τη δομή του μαστού της, έτσι ώστε οι πρώιμες και ασυνήθιστες αλλαγές που θα διαπιστώσει να αναφερθούν άμεσα στον ιατρό για περαιτέρω αξιολόγηση.
שם תואר περιστασιακά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστασιακό
באנגלית
- occasionally at relatively infrequent intervals
לדבר על המילה הזו "περιστασιακά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. περιστασιακά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC "περιστασιακά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {περιστασιακά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}