מיקווין

περιστασιακά

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

περιστασιακά

מאיפה זה בא

περιστασιακά < περιστασιακός

תואר הפועל περιστασιακά

  1. σε ορισμένες περιστάσεις ※ Η αυτοψηλάφηση μπορεί να γίνει μηνιαία ή περιστασιακά και έχει σκοπό να μάθει η γυναίκα να γνωρίζει τη δομή του μαστού της, έτσι ώστε οι πρώιμες και ασυνήθιστες αλλαγές που θα διαπιστώσει να αναφερθούν άμεσα στον ιατρό για περαιτέρω αξιολόγηση.

שם תואר περιστασιακά

  1. accusative, nominative, plural, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστασιακό

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"περιστασιακά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιστασιακά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC

Chicago

"περιστασιακά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιστασιακά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}