περιστασιακός
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
περιστασιακός
어원
περιστασιακός < → δείτε τις λέξεις περίσταση και -ιακός, (σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά circonstanciel
형용사 περιστασιακός · περιστασιακή · περιστασιακό · περιστασιακού · περιστασιακής
-
που έχει σχέση ή αφορά μια συγκεκριμένη περίσταση
※ Οι δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ των επιμέρους κοινωνιών των χωρικών είναι εξαιρετικά περιορισμένες, και ο συνδετικός κρίκος που συναρθρώνει όλες αυτές τις κοινωνίες σε ένα σύνολο δεν είναι άλλος από το κράτος, με τους πάγιους αλλά και περιστασιακούς μηχανισμούς του (Κώστας Κωστής, Ξανακοιτώντας
비슷한 말: ευκαιριακός, συγκυριακός
- που συμβαίνει εξαιτίας ορισμένων συγκυριών ή περιστάσεων
영어로
- casual coming without regularity; occasional or incidental
이 단어에 대해 이야기하기 "περιστασιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. περιστασιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82 "περιστασιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {περιστασιακός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}