περιστύλιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περιστύλιο

Where it comes from

περιστύλιο < ελληνιστική κοινή περιστύλιον < αρχαία ελληνική περί + στῦλος

noun περιστύλιο · περιστύλια · περιστυλίου · περιστύλιου · περιστυλίων

  1. αρχιτεκτονική, αρχαιολογία κιονοστοιχία και στοά γύρω από οικοδόμημα ※ Επειδή κάθε Εβραίος χρεωστούσε να θυσιάσει στο βωμό του Ιερού από ένα σφαχτό, τουλάχιστον αρνί ή περιστέρι, για πιο ευκολία, και προπάντων για αργυρολογία, οι ιερείς επέτρεπαν να μπαίνουν αρνιά, βόδια και ό,τι άλλο χρησίμευε για θυσία, μέσα στο ναό, στο περιστύλιο, στις αυλές, όπου χωρούσαν. (Πηνε

In English

  • cloister covered walk with an open colonnade

Talk about this word

Cite this
MLA

"περιστύλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιστύλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF

Chicago

"περιστύλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιστύλιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}