περιτριγυρίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περιτριγυρίζω

  • pe.ɾi.tɾi.ʝiˈɾi.zo

Where it comes from

περιτριγυρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική περιτριγυρίζω < περι- + τριγυρίζω < τριγύρω < τρι- + γύρω

verb περιτριγυρίζω · περιτριγύρισα · περιτριγυρίζομαι · περιτριγυρίστηκα · περιτριγυρισμένος

  1. τριγυρίζω γύρω από κάποιον ή κάτι ※ Η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» επινοεί μια καινούργια γλώσσα, ακατανόητη, μένει ακίνητη για ώρες μπροστά στον αρραβωνιαστικό της, προκειμένου να «ξαλαφρώσει από το βάρος και την αοριστία ενός κόσμου γεμάτου αντιθέσεις που την περιτριγυρίζει, τη φοβίζει και δεν την αφήνει να ησυχάσει». (εφ. Ελευθεροτυ

In English

  • surround to encircle something or simultaneously extend in all directions

Talk about this word

Cite this
MLA

"περιτριγυρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιτριγυρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"περιτριγυρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιτριγυρίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}