περιφρονώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περιφρονώ

Where it comes from

περιφρονώ < αρχαία ελληνική περιφρονέω / περιφρονῶ < περί + φρονέω / φρονῶ

verb περιφρονώ · περιφρονούσα · θα περιφρονώ · να περιφρονώ · περιφρονώντας

  1. αισθάνομαι ή/και δείχνω περιφρόνηση για κάτι ή κάποιον που αποδοκιμάζω ηθικά ※ Όταν κάποτε τον περιφρονούν και τον ονειδίζουν ή τουλάχιστον εκείνος νομίζει πως τον περιφρονούν και τον ονειδίζουν, τους καταριέται δύο φορές να μισηθούν μεταξύ τους ανεξιλέωτα (Ιωάννης Θ. Κακριδής, Ελληνική μυθολογία: Εισαγωγή στη μυθολογία, εκδ. Αθηνών, 1986, σελ. 94)
  2. αισθάνομαι ή/και δείχνω περιφρόνηση για κάτι ή κάποιον που θεωρώ κατώτερό μου· αγνοώ, σνομπάρω
  3. δείχνω περιφρόνηση για όρους, νόμους, ρυθμίσεις, συμφωνίες· αγνοώ· αψηφώ

In English

  • scorn to feel contempt or disdain for something or somebody

Talk about this word

Cite this
MLA

"περιφρονώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιφρονώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%8E

Chicago

"περιφρονώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιφρονώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}