περονοφόρο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περονοφόρο
- pe.ɾo.noˈfo.ro
Where it comes from
περονοφόρο < περόν(η) + -ο- + -φόρο, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου περονοφόρος (εννοείται ουδέτερο ουσιαστικό όπως όχημα)· απόδοση για την αγγλική forklift (truck)
noun περονοφόρο
- μικρό βιομηχανικό όχημα με μηχανοκίνητη διχαλωτή διάταξη (δυο περόνες) που μπορεί να ανυψωθεί και να κατέβει για τοποθέτηση κάτω από ένα φορτίο, συχνά σε παλέτες, για ανύψωση και μετακίνηση
Similar: κλαρκ, παλετοφόρο
adjective περονοφόρο
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του περονοφόρος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περονοφόρος περονοφόρο όχημα
Thesaurus
noun
Similar: κλαρκ, παλετοφόρο
In English
- forklift small industrial vehicle
Talk about this word "περονοφόρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. περονοφόρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF "περονοφόρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περονοφόρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}