περούκα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περούκα

  • peˈɾu.ka

Where it comes from

περούκα < (άμεσο δάνειο) βενετική peruca < ιταλική parrucca < *pilucca < λατινική pilus (κόμη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pil- (τρίχα)

noun περούκα · περούκες · περούκας · περουκών

  1. τεχνητή κόμη που φοριέται για λόγους αισθητικούς αλλά και πρακτικούς ※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρ

Similar: φενάκη

Thesaurus

noun

Similar: φενάκη

In English

  • wig head of artificial hair

Talk about this word

Cite this
MLA

"περούκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περούκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1

Chicago

"περούκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περούκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}