περόνη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περόνη¹

  • peˈɾo.ni

Where it comes from

περόνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περόνη

noun περόνη · περόνες · περόνης · περονών

  1. ανατομία μακρύ οστό της κνήμης, προς την έξω πλευρά η κνήμη και η περόνη είναι τα κόκαλα της γάμπας
  2. καρφίτσα, ιδιαίτερα αυτή που συνδέει δύο τμήματα ενός ενδύματος μεταξύ τους
  3. εξάρτημα σε σχήμα καρφιού, το οποίο, όταν μπει στη θέση του, συνδέει δύο διαφορετικά τμήματα ενός μηχανισμού και/ή τον ασφαλίζει τράβηξε την περόνη της χειροβομβίδας και την πέταξε

Περόνη²

Where it comes from

Περόνη < γενική ενικού του αρσενικού Περόνης

proper noun Περόνη · Περόνης · Peroni

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"περόνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περόνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B7

Chicago

"περόνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περόνη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}