πετάω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πετάω
- peˈta.o
Where it comes from
πετάω < πετ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πετῶ, συνηρημένος τύπος του πετάω < δείτε αρχαία ελληνική πέτομαι < θέμα πετ- πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peth₂- (πετάω) (δείτε και: πετάννυμι / πεταννύω / πήτνυμι)
verb πετάω · πετώ · πέταξα · πετάγομαι · πετιέμαι · πετάχτηκα
- μετακινούμαι στον αέρα Πετάω για Σίδνεϊ σε μία ώρα
- είμαι πολύ ικανός, αποδίδω στο έπακρο των δυνατοτήτων μου, νιώθω αγαλλίαση, μεγάλη χαρά Πετάει σήμερα η ομάδα
- πηγαίνω κάπου κοντά πολύ γρήγορα ή μεταφέρω κάποιον άλλον Θέλεις να σε πετάξω με το αμάξι να μην ταλαιπωρείσαι με τις συγκοινωνίες;
- ρίχνω κάποιο αντικείμενο στον αέρα ώστε να εκτελέσει πτήση πετάω τη μπάλα, τον χαρταετό
- ρίχνω με δύναμη κάποιο αντικείμενο (προς οποιαδήποτε κατεύθυνση) Του πέταξε την πιατέρα στο κεφάλι!
- απορρίπτω κάτι ως άχρηστο, π.χ. βάζοντάς το σε κάδο σκουπιδιών Θα πετάξω τα παλιά σου παπούτσια, γιατί τρύπησαν.
- σκορπώ (για χρήματα) Μην πετάς λεφτά, αυτά τα παπούτσια φοριώνται ακόμη!
- διώχνω κάποιον με άσχημο τρόπο Όταν όμως το παρατράβηξε, τον πέταξαν έξω πυξ λαξ
- μιλάω απότομα σε κάποιον Πού πας εσύ πάλι; του πέταξε ανακριτικά.
In English
- pitch throw away, discard
Talk about this word "πετάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. πετάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89 "πετάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πετάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}