πετάω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πετάω

  • peˈta.o

Where it comes from

πετάω < πετ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πετῶ, συνηρημένος τύπος του πετάω < δείτε αρχαία ελληνική πέτομαι < θέμα πετ- πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peth₂- (πετάω) (δείτε και: πετάννυμι / πεταννύω / πήτνυμι)

verb πετάω · πετώ · πέταξα · πετάγομαι · πετιέμαι · πετάχτηκα

  1. intransitive, αμετάβατο μετακινούμαι στον αέρα Πετάω για Σίδνεϊ σε μία ώρα
  2. figuratively, μεταφορικά είμαι πολύ ικανός, αποδίδω στο έπακρο των δυνατοτήτων μου, νιώθω αγαλλίαση, μεγάλη χαρά Πετάει σήμερα η ομάδα
  3. figuratively, μεταφορικά πηγαίνω κάπου κοντά πολύ γρήγορα ή μεταφέρω κάποιον άλλον Θέλεις να σε πετάξω με το αμάξι να μην ταλαιπωρείσαι με τις συγκοινωνίες;
  4. transitive, μεταβατικό ρίχνω κάποιο αντικείμενο στον αέρα ώστε να εκτελέσει πτήση πετάω τη μπάλα, τον χαρταετό
  5. transitive, μεταβατικό ρίχνω με δύναμη κάποιο αντικείμενο (προς οποιαδήποτε κατεύθυνση) Του πέταξε την πιατέρα στο κεφάλι!
  6. transitive, μεταβατικό απορρίπτω κάτι ως άχρηστο, π.χ. βάζοντάς το σε κάδο σκουπιδιών Θα πετάξω τα παλιά σου παπούτσια, γιατί τρύπησαν.
  7. figuratively, μεταφορικά σκορπώ (για χρήματα) Μην πετάς λεφτά, αυτά τα παπούτσια φοριώνται ακόμη!
  8. figuratively, μεταφορικά διώχνω κάποιον με άσχημο τρόπο Όταν όμως το παρατράβηξε, τον πέταξαν έξω πυξ λαξ
  9. figuratively, μεταφορικά μιλάω απότομα σε κάποιον Πού πας εσύ πάλι; του πέταξε ανακριτικά.

In English

  • pitch throw away, discard

Talk about this word

Cite this
MLA

"πετάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πετάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89

Chicago

"πετάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πετάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}