πεταλωτής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πεταλωτής¹

Where it comes from

πεταλωτής < πεταλώνω + -τής < πέταλο

noun πεταλωτής · πεταλωτήδες · πεταλωτή · πεταλωτήδων

  1. επάγγελμα ο σιδεράς που πεταλώνει άλογα ※ Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.

Πεταλωτής²

  • pe.ta.loˈtis

Where it comes from

Πεταλωτής < επάγγελμα πεταλωτής

proper noun Πεταλωτής · Πεταλωτήδες · Πεταλωταίοι · Πεταλωτή · Πεταλωτήδων · Πεταλωταίων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πεταλωτής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πεταλωτής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"πεταλωτής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πεταλωτής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}