πετρέλαιο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πετρέλαιο

  • peˈtɾe.le.o

Where it comes from

πετρέλαιο < λόγια σύνθεση: πέτρ(α) + -έλαιο, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pétrole < μεσαιωνική λατινική petroleum < αρχαία ελληνική πέτρα + ἔλαιον

noun πετρέλαιο · πετρέλαια · πετρέλαιου · πετρελαίου · πετρέλαιων · πετρελαίων

  1. παχύρρευστο, μαύρο, βαθύ καφετί ή πρασινωπό υγρό ορυκτό καύσιμο που αποτελείται κυρίως από υδρογονάνθρακες ※ Αντιλαμβανόταν ότι το Saab του, το οποίο πήρε μπρος με την τρίτη προσπάθεια, ήταν το παλαιότερο αυτοκίνητο στο δρόμο του και πλησίαζε να θεωρηθεί «βίντατζ». Το δημοτικό συμβούλιο σχεδίαζε να απαγορεύσει την είσοδο στο κέντρο στα οχήματα που έκαιγαν πετρέλαιο και ντίζελ, αλλά τα αυτοκίνητα βίντατζ
  2. καύσιμο ντίζελ

Similar: μαύρος χρυσός, αξία

Thesaurus

In English

  • oil petroleum-based liquid

Talk about this word

Cite this
MLA

"πετρέλαιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πετρέλαιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF

Chicago

"πετρέλαιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πετρέλαιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}