πετρελαιοφόρο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πετρελαιοφόρο

Where it comes from

πετρελαιοφόρο < ουδέτερο του πετρελαιοφόρος

noun πετρελαιοφόρο · πετρελαιοφόρα · πετρελαιοφόρου · πετρελαιοφόρων

  1. ναυτικός όρος το δεξαμενόπλοιο που μεταφέρει πετρέλαιο ※ Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πετρελαιοφόρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πετρελαιοφόρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF

Chicago

"πετρελαιοφόρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πετρελαιοφόρο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}