πηγάδι
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
πηγάδι
- piˈɣa.ði
من أين أتت
πηγάδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πηγάδι < ελληνιστική κοινή πηγάδιον (υποκοριστικό του ) < αρχαία ελληνική πηγή.
اسم πηγάδι · πηγάδια · πηγαδιού · πηγαδιών
- βαθύ, σχετικά στενό, τεχνητό όρυγμα κυλινδρικού σχήματος στο έδαφος από το βάθος του οποίου αντλείται νερό για πόση, άρδευση κτλ. → χρειάζεται παράθεμα
- το στόμα Kλείσε το πηγάδι σου και σταμάτα να βρίζεις τους πάντες.
بالإنجليزية
تحدّث عن هذه الكلمة "πηγάδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%AC%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. πηγάδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%AC%CE%B4%CE%B9 "πηγάδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%AC%CE%B4%CE%B9.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {πηγάδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%AC%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}