πηγή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πηγή¹
- piˈʝi
Where it comes from
πηγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πηγή
noun πηγή · πηγές · πηγής · πηγών
- φυσικό άνοιγμα στη γη από το οποίο αναβλύζει νερό θερμές πηγές, ιαματικές πηγές, μεταλλικές πηγές
- τόπος ή σημείο από το οποίο κάτι προέρχεται ή έχει τις ρίζες του η πηγή της νόσου ανιχνεύτηκε σε ένα αγρόκτημα...
- η αιτία Τα χρήματα μπορεί να μην είναι η πηγή της ευτυχίας, αλλά πρέπει τουλάχιστον να καλύπτονται οι βασικές ανάγκες του καθενός.
- κείμενο ή πρόσωπο που διαδίδει πληροφορίες Αναφέρθηκε σε συμπεράσματα από άλλα πειράματα χωρίς να βάλει την πηγή.
- source: ό,τι παράγει ήχο, φώς, ηλεκτρικό ρεύμα, κλπ. ※ πηγή εναλλασσόμενου ρεύματος, εφεδρική πηγή ισχύος, φωτεινή πηγή
- source: συσκευή ή πρόγραμμα που παράγει σήμα, πληροφορία, ροή δεδομένων (data stream), κλπ. συντομογραφία: (τηλεπικοινωνίες) So
- καθεμιά από τις δύο μαλακές περιοχές στο κεφάλι του μωρού όπου τα οστά του κρανίου δεν είναι ενωμένα ακόμα πλήρως
Πηγή²
- piˈʝi
Where it comes from
Πηγή <
: για το όνομα < Χρυσοπηγή
: για το τοπωνύμιο < πηγή
: για το επώνυμο: γενική ενικού του αρσενικού Πηγής
proper noun Πηγή · Πηγές · Πηγής · Πηγών
- γυναικείο όνομα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Πηγής)
In English
Talk about this word "πηγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. πηγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%AE "πηγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πηγή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}