πηγαίνω
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
πηγαίνω
- piˈʝe.no
من أين أتت
πηγαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πηγαίνω και ὑπαγαίνω < αρχαία ελληνική ὑπάγω < ὑπό + ἄγω
فعل πηγαίνω · πάω · πήγαινα · πήγα · πάει · πηγαίνοντας
- κινούμαι από ένα σημείο προς ένα άλλο σημείο, μεταβαίνω πηγαίνω στην Αθήνα
- πρόκειται ή επιθυμώ να φύγω από το μέρος όπου βρίσκομαι είναι ώρα να πηγαίνουμε
- πρόκειται ή επιθυμώ να ξεκινήσω μια ενέργεια ή δραστηριότητα πηγαίνω για φαγητό, πηγαίνω για μπάνιο, πηγαίνω για ύπνο
- παρακολουθώ σε τακτική βάση μαθήματα, φοιτώ πηγαίνω σχολείο, πηγαίνω στην τρίτη τάξη, πηγαίνω αγγλικά
- μεταφέρω, οδηγώ ή συνοδεύω κάποιον ή κάτι κάπου Τρία άτομα πηγαίνουν το κοπάδι τους στον βοσκότοπο.
- ταιριάζω αυτό το ρούχο σου πηγαίνει
مشابه: πάω
المرادفات والأضداد
فعل
مشابه: πάω
بالإنجليزية
- go to move through space (especially from one place to another)
تحدّث عن هذه الكلمة "πηγαίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. πηγαίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89 "πηγαίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {πηγαίνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}