ميكوين

πηγαίνω

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

πηγαίνω

  • piˈʝe.no

من أين أتت

πηγαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πηγαίνω και ὑπαγαίνω < αρχαία ελληνική ὑπάγω < ὑπό + ἄγω

فعل πηγαίνω · πάω · πήγαινα · πήγα · πάει · πηγαίνοντας

  1. κινούμαι από ένα σημείο προς ένα άλλο σημείο, μεταβαίνω πηγαίνω στην Αθήνα
  2. πρόκειται ή επιθυμώ να φύγω από το μέρος όπου βρίσκομαι είναι ώρα να πηγαίνουμε
  3. πρόκειται ή επιθυμώ να ξεκινήσω μια ενέργεια ή δραστηριότητα πηγαίνω για φαγητό, πηγαίνω για μπάνιο, πηγαίνω για ύπνο
  4. παρακολουθώ σε τακτική βάση μαθήματα, φοιτώ πηγαίνω σχολείο, πηγαίνω στην τρίτη τάξη, πηγαίνω αγγλικά
  5. μεταφέρω, οδηγώ ή συνοδεύω κάποιον ή κάτι κάπου Τρία άτομα πηγαίνουν το κοπάδι τους στον βοσκότοπο.
  6. ταιριάζω αυτό το ρούχο σου πηγαίνει

مشابه: πάω

المرادفات والأضداد

فعل

مشابه: πάω

بالإنجليزية

  • go to move through space (especially from one place to another)

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"πηγαίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πηγαίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89

Chicago

"πηγαίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πηγαίνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}