πηδάλιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πηδάλιο

  • piˈða.li.o

Where it comes from

πηδάλιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πηδάλιον (φαρδύ κουπί το οποίο χρησιμοποιούσαν για να κατευθύνουν το πλοίο) < *πήδ-α-λον < πηδόν

noun πηδάλιο · πηδάλια · πηδαλίου · πηδάλιου · πηδαλίων

  1. το τιμόνι πλοίου
  2. ναυτικός όρος κινητό όργανο που βρίσκεται στο πίσω μέρος του πλοίου, κάτω από το νερό. Ελέγχει και τηρεί τη διεύθυνση του πλοίου και την πραγματοποίηση ελιγμών (κατ’ επέκταση) όλα τα όργανα που εξυπηρετούν στον έλεγχο του σκάφους
  3. μέρος του μηχανισμού των ρολογιών, με το οποίο αυξάνεται ή μειώνεται το μήκος του σπειροειδούς ελατηρίου τους
  4. figuratively, μεταφορικά η διακυβέρνηση, η διοίκηση, ο έλεγχος ενός κράτους, ενός οργανισμού, μιας εταιρείας κ.λπ.

In English

  • wheel steering device in a vessel
  • joystick mechanical control device
  • helm tiller (or, in a large ship, the wheel) which is used to control the rudder of a
  • rudder underwater vane used to steer a vessel

Talk about this word

Cite this
MLA

"πηδάλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πηδάλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BF

Chicago

"πηδάλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πηδάλιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}