πηδάλιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πηδάλιο
- piˈða.li.o
Where it comes from
πηδάλιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πηδάλιον (φαρδύ κουπί το οποίο χρησιμοποιούσαν για να κατευθύνουν το πλοίο) < *πήδ-α-λον < πηδόν
noun πηδάλιο · πηδάλια · πηδαλίου · πηδάλιου · πηδαλίων
- το τιμόνι πλοίου
- κινητό όργανο που βρίσκεται στο πίσω μέρος του πλοίου, κάτω από το νερό. Ελέγχει και τηρεί τη διεύθυνση του πλοίου και την πραγματοποίηση ελιγμών (κατ’ επέκταση) όλα τα όργανα που εξυπηρετούν στον έλεγχο του σκάφους
- μέρος του μηχανισμού των ρολογιών, με το οποίο αυξάνεται ή μειώνεται το μήκος του σπειροειδούς ελατηρίου τους
- η διακυβέρνηση, η διοίκηση, ο έλεγχος ενός κράτους, ενός οργανισμού, μιας εταιρείας κ.λπ.
In English
Talk about this word "πηδάλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. πηδάλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BF "πηδάλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πηδάλιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}