πηνίο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πηνίο

Where it comes from

πηνίο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πηνίον (αδράχτι) < υποκοριστικό του πήνη (μίτος, μασούρι)

noun πηνίο · πηνία · πηνίου · πηνίων

  1. ηλεκτρολογία ηλεκτρικός αγωγός (συνήθως χάλκινο σύρμα) που έχει τυλιχτεί γύρω από έναν πυρήνα ή σε σχήμα κυλινδρικής σπείρας και όταν διαρρέεται από ρεύμα δημιουργεί μαγνητικό πεδίο ※ Είναι επιστημονικά ορθότερο να αναφέρουμε ότι, καθώς στρέφεται ο μαγνήτης μιας ηλεκτρογεννήτριας, στο πηνίο της εμφανίζεται ηλεκτρική τάση και όχι ηλεκτρικό ρεύμα (Βασίλης Γρηγορίου, Νάντια Παπαγεωργίου, Κατακτώ την κορυφή - Φυσική Α΄ Γυμνασίου, εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 173)

Similar: σπείρα, έλικα

Thesaurus

noun

Similar: σπείρα, έλικα

In English

  • spool spindle
  • coil coil of electrically conductive wire through which electricity can flow — see al

Talk about this word

Cite this
MLA

"πηνίο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πηνίο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%BF

Chicago

"πηνίο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πηνίο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}