πιάνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πιάνω
- ˈpça.no
Where it comes from
πιάνω < μεσαιωνική ελληνική πιάνω. Από τον αόριστο ἐπίασα του ρήματος πιάζω (δωρικός τύπος του πιέζω) σχηματίστηκε νέος ενεστώτας σε -νω, κατ' αναλογία με τα έχασα-χάνω, έφθασα - φθάνω κ.α.
verb πιάνω · έπιανα · πιάσω · έπιασα · πιάνομαι · πιασμένος
- ακουμπώ κάτι γερά πιάσε το τραπέζι
- ακινητοποιώ ένα κινούμενο αντικείμενο με τα χέρια μου και το έχω στην κατοχή μου ο τερματοφύλακας έπιασε δύο πέναλντι
- συλλαμβάνω άνθρωπο ή ζώο (συνήθως μετά από έρευνα ή καταδίωξη) έπιασαν τους ληστές
- για σωματικό πόνο ή ενόχληση που δυσκολεύει την κίνηση μ' έπιασε η μέση μου
- φέρνω, σερβίρω για πιάσε κανένα ψαράκι
- παίρνω κρασί ή λάδι από βαρέλι ή μεγάλο δοχείο και γεμίζω ένα μικρότερο δοχείο
- καταλαμβάνω κάποιον χώρο αυτό το τραπέζι πιάνει πολύ χώρο
- γενικά πήρα ένα υπνωτικό αλλά δεν με έπιασε ακόμα κι έτσι είμαι ακόμα άυπνος
- νοιώθω χορτάτος, νοιώθω κορεσμό έφαγα μια μπριζόλα και με έπιασε, δεν πεινάω άλλο
- με αφορά μέτρο της κυβέρνησης, αλλαγή νόμου με πιάνει το μέτρο και θα πληρώσω τα μαλλιοκέφαλά μου
- με αφορά κατηγορία ή ποινή με πιάνει και μένα η αποβολή, με είδε το τελευταίο δευτερόλεπτο δυστυχώς...
- πετυχαίνω μια επίδοση, φτάνω σε ένα συγκεκριμένο αριθμητικό αποτέλεσμα έπιασα δεκατριάρι στο ΠΡΟΠΟ
- καταφέρνω να ξεγελάσω κάποιον δεν έπιασε το κόλπο
- συλλαμβάνω κατά τρόπο επαρκή σήμα που εκπέμπεται το κινητό μου δεν πιάνει εδώ
- κατανοώ με ακρίβεια αυτό που μου λένε δεν ξέρω αν με πιάνετε
- : προσεγγίζω, καταπλέω θα πιάσουμε Νάξο (= θα προσεγγίσουμε στο λιμάνι της Νάξου)
- : αρχίζω, ξεσπώ κλείστε τ΄ αμπάρια μη πιάσει βροχή, έπιασε μπουρίνι
- μιλώ για κάποιον πριν με πιάσει το στόμα σου, πλύν' το πρώτα καλά, γιατί θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα
In English
Talk about this word "πιάνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. πιάνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CF%89 "πιάνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πιάνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}