πιάνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πιάνω

  • ˈpça.no

Where it comes from

πιάνω < μεσαιωνική ελληνική πιάνω. Από τον αόριστο ἐπίασα του ρήματος πιάζω (δωρικός τύπος του πιέζω) σχηματίστηκε νέος ενεστώτας σε -νω, κατ' αναλογία με τα έχασα-χάνω, έφθασα - φθάνω κ.α.

verb πιάνω · έπιανα · πιάσω · έπιασα · πιάνομαι · πιασμένος

  1. ακουμπώ κάτι γερά πιάσε το τραπέζι
  2. ακινητοποιώ ένα κινούμενο αντικείμενο με τα χέρια μου και το έχω στην κατοχή μου ο τερματοφύλακας έπιασε δύο πέναλντι
  3. συλλαμβάνω άνθρωπο ή ζώο (συνήθως μετά από έρευνα ή καταδίωξη) έπιασαν τους ληστές
  4. για σωματικό πόνο ή ενόχληση που δυσκολεύει την κίνηση μ' έπιασε η μέση μου
  5. familiar, οικείο φέρνω, σερβίρω για πιάσε κανένα ψαράκι
  6. παίρνω κρασί ή λάδι από βαρέλι ή μεγάλο δοχείο και γεμίζω ένα μικρότερο δοχείο
  7. καταλαμβάνω κάποιον χώρο αυτό το τραπέζι πιάνει πολύ χώρο
  8. γενικά πήρα ένα υπνωτικό αλλά δεν με έπιασε ακόμα κι έτσι είμαι ακόμα άυπνος
  9. νοιώθω χορτάτος, νοιώθω κορεσμό έφαγα μια μπριζόλα και με έπιασε, δεν πεινάω άλλο
  10. με αφορά μέτρο της κυβέρνησης, αλλαγή νόμου με πιάνει το μέτρο και θα πληρώσω τα μαλλιοκέφαλά μου
  11. με αφορά κατηγορία ή ποινή με πιάνει και μένα η αποβολή, με είδε το τελευταίο δευτερόλεπτο δυστυχώς...
  12. πετυχαίνω μια επίδοση, φτάνω σε ένα συγκεκριμένο αριθμητικό αποτέλεσμα έπιασα δεκατριάρι στο ΠΡΟΠΟ
  13. για τέχνασμα, προσποίηση, κόλπο κλπ καταφέρνω να ξεγελάσω κάποιον δεν έπιασε το κόλπο
  14. ραδιοτηλεπικοινωνίες συλλαμβάνω κατά τρόπο επαρκή σήμα που εκπέμπεται το κινητό μου δεν πιάνει εδώ
  15. familiar, οικείο κατανοώ με ακρίβεια αυτό που μου λένε δεν ξέρω αν με πιάνετε
  16. ναυτικός όρος : προσεγγίζω, καταπλέω θα πιάσουμε Νάξο (= θα προσεγγίσουμε στο λιμάνι της Νάξου)
  17. μετεωρολογία : αρχίζω, ξεσπώ κλείστε τ΄ αμπάρια μη πιάσει βροχή, έπιασε μπουρίνι
  18. figuratively, μεταφορικά μιλώ για κάποιον πριν με πιάσει το στόμα σου, πλύν' το πρώτα καλά, γιατί θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πιάνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πιάνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CF%89

Chicago

"πιάνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πιάνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}