πιάστης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πιάστης
Where it comes from
πιάστης < πιάνω (έπιασα) + -της < μεσαιωνική ελληνική πιάνω < (ελληνιστική κοινή) (δωρικός τύπος ) < αρχαία ελληνική πιέζω < ἐπί + ἔζω
noun πιάστης · πιάστες · πιάστη · πιαστών
- αυτός που κάτι πιάνει Αλλά τελοσπάντων, φαντάσου παιδάκια, όλο παιδάκια, που θα 'ναι σ' ένα μεγάλο χωράφι με σίκαλη και που θα παίζουνε ξερωγωκάτι, ένα παιχνίδι. Μιλάμε, χιλιάδες παιδάκια, κι εκεί γύρω να μην είναι κανείς -κανένας μεγάλος, λέω δηλαδή- μονάχα εγώ. Κι εγώ θα στέκομαι άκρη άκρη σ' ένα ξεκούδουνο γκρεμό. Και
In English
- catcher that which catches
Talk about this word "πιάστης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πιάστης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82 "πιάστης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πιάστης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}