πιάστης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πιάστης

Where it comes from

πιάστης < πιάνω (έπιασα) + -της < μεσαιωνική ελληνική πιάνω < (ελληνιστική κοινή) (δωρικός τύπος ) < αρχαία ελληνική πιέζω < ἐπί + ἔζω

noun πιάστης · πιάστες · πιάστη · πιαστών

  1. familiar, rare, vulgar, σπάνιο, λαϊκότροπο, προφορικό αυτός που κάτι πιάνει Αλλά τελοσπάντων, φαντάσου παιδάκια, όλο παιδάκια, που θα 'ναι σ' ένα μεγάλο χωράφι με σίκαλη και που θα παίζουνε ξερωγωκάτι, ένα παιχνίδι. Μιλάμε, χιλιάδες παιδάκια, κι εκεί γύρω να μην είναι κανείς -κανένας μεγάλος, λέω δηλαδή- μονάχα εγώ. Κι εγώ θα στέκομαι άκρη άκρη σ' ένα ξεκούδουνο γκρεμό. Και

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πιάστης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πιάστης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"πιάστης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πιάστης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}