πιάτο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πιάτο

  • ˈpça.to

Where it comes from

πιάτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική piatto < λατινική platus < αρχαία ελληνική πλατύς (αντιδάνειο)

noun πιάτο · πιάτα · πιάτου · πιάτων

  1. κουζινικά σκεύος στο οποίο σερβίρουμε φαγητό, γλυκό ή φρούτα βαθύ πιάτο, ρηχό πιάτο, σερβίτσιο πιάτων
  2. broadly, κατ’ επέκταση η ποσότητα τροφής που χωράει σε αυτό Έφαγε δύο πιάτα μακαρόνια.
  3. figuratively, συνεκδοχικά το κάθε φαγητό που σερβίρεται στο τραπέζι πρώτο / δεύτερο / τρίτο πιάτο
  4. figuratively, μεταφορικά κεραία δορυφορικής λήψης
  5. figuratively, μεταφορικά, μουσικό όργανο, κυρίως στον πληθυντικό: πιάτα πιατίνι ή κύμβαλο
  6. figuratively, μεταφορικά τάσι αυτοκινήτου

In English

  • dish vessel for holding/serving food
  • plate flat dish

Talk about this word

Cite this
MLA

"πιάτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πιάτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF

Chicago

"πιάτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πιάτο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}