πιάτσα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πιάτσα¹
Where it comes from
πιάτσα < (άμεσο δάνειο) ιταλική piazza < λατινική platea (φαρδύς δρόμος πόλης) < αρχαία ελληνική πλατεῖα (αντιδάνειο)
noun πιάτσα · πιάτσες · πιάτσας
- το μέρος που γίνονται συναλλαγές
- το σύνολο των ατόμων που κάνουν συναλλαγές
- το σύνολο ατόμων ενός επαγγέλματος
- δρόμος ή πλατεία όπου περιμένει κάποιος τους πελάτες του (ειδικότερα) η πιάτσα ταξί, το σημείο που σταθμεύουν ταξί
- η πλατεία
Πιάτσα²
Where it comes from
Πιάτσα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Πιάτσα · Piatsa
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Talk about this word "πιάτσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πιάτσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B1 "πιάτσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πιάτσα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}